Έγχρωμες και ασπρόμαυρες φωτογραφίες από το χθες και το σήμερα της πόλης μας, της ευρύτερης περιοχής του Νομού Ιωαννίνων και όχι μόνο.


ΜΠΟΡΕΙΤΕ ΝΑ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΕΙΤΕ ΜΑΖΙ ΜΑΣ:

Μέσω email στο: photoioannina@gmail.com καθώς επίσης και μέσω των σχολίων στις αναρτήσεις μας





Τετάρτη, 18 Σεπτεμβρίου 2013

Γλυπτό του Θ. Παπαγιάννη στη μνήμη των νεκρών του δυστυχήματος στο Τσίμοβο




Το 1958 στο Τσίμοβο συνέβη ένα από τα τραγικότερα για την περιοχή μας δυστυχήματα καθώς ένα λεωφορείο έκανε βουτιά στο γκρεμό και έχασαν τη ζωή τους 29 άνθρωποι. Το δυστύχημα αυτό έχει μείνει ανεξίτηλο στη μνήμη των κατοίκων της περιοχής των Τζουμέρκων και όχι μόνο. Στο χώρο είχε δημιουργηθεί από παλιά μνημείο στο οποίο αναγράφονται τα ονόματα των θυμάτων του δυστυχήματος. Πριν λίγες μέρες, 55 χρόνια μετά το τραγικό αυτό δυστύχημα, στον ίδιο χώρο τοποθετήθηκε στη μνήμη των νεκρών ένα γλυπτό του ηπειρώτη γλύπτη Θόδωρου Παπαγιάννη ύψους 4,5 μέτρων φτιαγμένο από ανοξείδωτο μέταλλο. Το μέταλλο είναι τσαλακωμένο παραπέμποντας προφανώς στην κατάσταση που βρέθηκε το λεωφορείο μετά την πτώση του. Είχα την τύχη να περάσω από το σημείο την ημέρα που γινόταν η τοποθέτηση του γλυπτού και να οι πρώτες φωτογραφίες του!

3 σχόλια:

  1. Μαύρα μαντάτα ήρθανε στα δόλια τα Τζουμέρκα.
    Στο Πετροβούνι βρε παιδιά, στο δόλιο Μιχαλίτσι,
    στους Χουλιαράδες πέρασαν και μέχρι το Προσήλιο,
    στα Πράμαντα διαβήκανε και πέρα στο Ματσούκι.
    Δευτέρα μέρα κίνησαν στα σπίτια τους να πάνε,
    Χριστούγεννα να κάνουνε μαζί με τους δικούς τους.
    Το Τζίμοβο ανεβαίνανε, κοντεύανε τον Κέδρο
    κι ο χάρος παραμόνευε στο στρίψιμο του δρόμου
    σαν ξαφνικά τους φώναξε ο άμοιρος σωφέρης
    Παιδιά μ’ όλοι χανόμαστε και στου Θεού τα χέρια
    Κι όλοι μαζί βρεθήκανε στο χάος της αβύσσου
    Το είναι τους αφήκανε στους βράχους του Αράχθου

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. «Πλησίαζαν οι μέρες των Χριστουγέννων και θα πήγαινα στο χωριό μου τους Χουλιαράδες. Ήμουν τότε 17 στα 18 μου χρόνια Δεν ανέβηκα την προηγούμενη ημέρα γιατί δεν είχα γυναικεία παρέα και ξέρετε την εποχή εκείνη ήταν δύσκολο να ταξιδέψει μια γυναίκα ανύπαντρη μόνη της σε τόσους άντρες. Μιας και κανόνισα με την κουμπάρα μου η οποία λέγονταν Όλγα Μαστοράκη, αποφασίσαμε να ταξιδέψουμε την Δευτέρα 22 Δεκέμβρη του έτους 1958 το πρωί. Μάλιστα τα εισιτήρια μου τα είχε κλείσει εκείνη».
    Έτσι ξεκινάει την αφήγησή της η 75 χρονη πλέον Σταυρούλα Κωνσταντινίδη-Βράνου για να μας εξιστορήσει το μοιραίο δρομολόγιο της ημέρας εκείνης. Της ημέρας που παραμονές Χριστουγέννων «βύθισε» σε πένθος τα χωριά των Τζουμέρκων και κυρίως το Πετροβούνι, τους Χουλιαράδες, το Μιχαλίτσι, την Πράμαντα και το Ματσούκι.
    «Δευτέρα πρωί πήγαμε στο πρακτορείο του ΚΤΕΛ Ιωαννίνων για τα χωριά μας που τότε βρισκόντανε ακριβώς πίσω απ’ το τζαμί της Καλούτσιανης. Ήταν νωρίς το πρωί γύρω στις 7 η ώρα. Το λεωφορείο ήταν μικρό με 24 θέσεις. Να διευκρινίσω ότι τα δρομολόγια τότε ήταν δύο, ένα πρωινό και ένα απογευματινό. Εμείς όπως και όλοι οι αδικοχαμένοι επιλέξαμε το πρωινό δρομολόγιο, αγνοώντας τα παιχνίδια της μοίρας.
    Το λεωφορείο σχεδόν γέμισε και ξεκινήσαμε για το μοιραίο και τελευταίο για πολλούς ταξίδι.
    Στο Χαροκόπι όμως το λεωφορείο σταμάτησε να πάρει κι άλλους επιβάτες και θυμάμαι ότι μόλις το αυτοκίνητο γέμισε ο οδηγός δεν ήθελε να πάρει τους πλεονάζοντες, αλλά αυτοί επέμεναν και τελικά έπεισαν τον οδηγό και τον εισπράκτορα να τους μεταφέρουν. Οι άνθρωποι αυτοί είχαν βρεθεί σε γάμο στο Χαροκόπι και ασφαλώς ήθελαν να ταξιδέψουν και να φτάσουν στα χωριά τους. Μετά από πολλά παρακάλια, ο οδηγός δέχτηκε τελικά να τους πάρει και θυμάμαι χαρακτηριστικά ότι είχανε γεμίσει τον διάδρομο βάζοντας καρεκλάκια για να καθίσουν.
    Φτάνοντας στο Τσίμποβο στο ποτάμι, συναντήσαμε κι άλλον έναν χωριανό μας τον Κώστα Σιόντη ο οποίος σταμάτησε το λεωφορείο αλλά ο οδηγός δεν τον πήρε.
    Παίρνοντας όμως τις ανηφόρες με τα πέταλα το λεωφορείο, τον ξανασυναντά στο επόμενο πέταλο καθώς αυτός με πεζοπορία «έκοβε» δρόμο και κατάφερνε με κόπο να βρεθεί πάλι μπροστά απ’ το λεωφορείο. Αλλά και πάλι ο οδηγός δεν τον πήρε, μέχρι να ξανασυναντηθούν στο αμέσως επόμενο πέταλο και τελικά να πείσει τον οδηγό κατάκοπος όπως ήταν να τον πάρει κι αυτόν. Τι να πώ…. Αυτός ο άνθρωπος κυνηγούσε την μοίρα του. Χίλιες φορές να μην τον είχε πάρει, τώρα θα ζούσε ο άνθρωπος. Λίγα πέταλα ακόμη του απέμειναν για να φτάσει, κάτι λιγότερο από 1000 μέτρα. Τι να πει κανείς… έτσι ήθελε ο Θεός»
    Είναι η πρώτη φορά που η κα Σταυρούλα παίρνει βαθιά ανάσα, καθώς οι θύμησες της φέρνουν θλίψη, συμπόνοια για τους συγγενείς που έχασαν τους ανθρώπους τους, θυμό για όλα όσα συνέβησαν την ημέρα εκείνη.
    Περισσότερα στο http://hpeirotikiparadosi.blogspot.gr/2011/12/22-1958.html

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Σ' ευχαριστώ πολύ για το απόσπασμα αυτό της αφήγησης της διασωθείσας επιβάτιδας. Προσωπικά πιστεύω ότι ο καθένας μας έχει τη μοίρα του, το πεπρωμένο του και η αφήγηση αυτή μου δυναμώνει αυτό που πιστεύω. Είναι συγκλονιστική αφήγηση!

      Διαγραφή

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...